ΠΡΟΛΟΓΟΣ Β’ ΕΚΔΟΣΗΣ

 

 

            Το λεξικό της «Σύγχρονης Οικονομίας» είναι ένα εργαλείο όχι απλά χρήσιμο αλλά κι απαραίτητο για την κατανόηση της σύγχρονης Οικονομικής Επιστήμης από τις πηγές της, οι οποίες κατά τον εικοστό τουλάχιστον αιώνα βρίσκονται ως επί το πλείστον στην αγγλοαμερικανική βιβλιογραφία και αρθρογραφία.

Η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση του επιτυχημένου αυτού λεξικού έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στο χώρο της οικονομικής επιστήμης και απευθύνεται τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο - ερευνητή, καθηγητή, φοιτητή - όσο και στον ευρύτερο κόσμο, το πλατύ κοινό, που ασχολείται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με την οικονομία και ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις της επιστήμης.

            Κυριότερη συμβολή του είναι η προσπάθεια ελληνοποίησης και κατανόησης όρων, που λόγω της ταχύτητας που επικρατεί παντού στον επαγγελματικό χώρο, έχουμε αρχίσει να μαθαίνουμε και να συνηθίζουμε μόνο στην αγγλική γλώσσα, χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να βρίσκουμε, να μαθαίνουμε και να μιλούμε την κατάλληλη ελληνική μετάφραση και το δόκιμο οικονομικό όρο της ελληνικής γλώσσας. Η προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά των συνεχώς παραγόμενων οικονομικών όρων της αγγλικής γλώσσας είναι πολύ σημαντική για τη χώρα μας, ίσως μάλιστα είναι και η σημαντικότερη που έχει γίνει ως τώρα. Μπορεί λοιπόν κάποιες φορές ο όρος που επιλέγεται από τον επιστήμονα - μεταφραστή να μην είναι ο πλέον δόκιμος, συνιστά όμως σίγουρα μια πρώτη καλή προσέγγιση και φιλοδοξεί να είναι μια αφορμή για συζήτηση και αναζήτηση του πλέον δόκιμου όρου της τόσο πλούσιας σε δυνατότητες ελληνικής γλώσσας. Αυτή η αφορμή για συνεχή αναζήτηση των καταλληλότερων όρων της ελληνικής γλώσσας αποτελεί και τη μεγαλύτερη επιτυχία αυτού του έργου, παράλληλα με τη συμβολή του στην κατανόηση και τη σωστή χρήση από το ελληνικό κοινό του πλήθους των οικονομικών όρων και εννοιών.

            Η συνεχής και ταχύτατη εξέλιξη όλων των κλάδων της Οικονομικής Επιστήμης με τη συνεπαγόμενη δημιουργία καθημερινά πολλών νέων όρων και εννοιών καθιστά επιβεβλημένη από την πραγματικότητα την ανάγκη της συνεχούς επικαιροποίησης ενός οικονομικού λεξικού, όσο επιτυχημένο και αν είναι αυτό, με την προσθήκη πολλών νέων λημμάτων σε σχέση με την προηγούμενη έκδοσή του. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να κάνουμε στην προσθήκη των νέων λημμάτων που αφορούν το ευρώ, αφού στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη έκδοση του λεξικού μέχρι τη σημερινή έκδοση είχαμε την καθιέρωση του ευρώ ως ενιαίας νομισματικής μονάδας σε όλες τις χώρες – μέλη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (Ο.Ν.Ε.) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αντικατάσταση όλων των εθνικών ευρωπαϊκών νομισμάτων από αυτό, μια εξέλιξη που ίσως πριν μερικά μόνο χρόνια να φάνταζε απίθανη.

            Από την εποχή του Αντισθένη τουλάχιστον είναι γνωστό ότι «αρχή παιδείας η των ονομάτων επίσκεψις». Η κατανόηση και η αποσαφήνιση των οικονομικών όρων είναι η αρχή της οικονομικής παιδείας. Κατά συνέπεια ένα καλό οικονομικό λεξικό βοηθάει στην κατανόηση και αποσαφήνιση των οικονομικών όρων και αποτελεί το θεμέλιο λίθο για την απόκτηση της οικονομικής παιδείας. Αν και στις μέρες μας πλέον καθίσταται σιγά-σιγά σε όλο και περισσότερους προφανής η χρησιμότητα της οικονομικής παιδείας, θεωρούμε στο σημείο αυτό αναγκαία την κατανόηση από όλο τον κόσμο του οφέλους που προκύπτει τόσο για τον καθένα μας ξεχωριστά όσο και για την κοινωνία μας σαν σύνολο από την ευρύτατη διάδοση της οικονομικής παιδείας σε όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους και σε όσο γίνεται μεγαλύτερο βάθος.

            Η Οικονομία κάποτε ήταν μια «κλειστή» επιστήμη, η οποία απευθυνόταν στους ολίγους που αποφάσιζαν για τις οικονομικές (και όχι μόνο) εξελίξεις της κάθε χώρας και της κάθε κοινωνίας, αφήνοντας για τους πολλούς ως μόνη οικονομική έγνοια αυτό που η ίδια η λέξη της οικονομίας υποδηλώνει, τη διαχείριση (νομή) δηλαδή του οίκου τους. Αντίθετα, στις μέρες μας, λόγω και των γενικότερων πολιτικών (προσπάθεια εκδημοκρατισμού ακόμα και της πλέον υπανάπτυκτης κοινωνίας και το πέρασμα σχεδόν όλων των κρατών του κόσμου στο μοντέλο της οικονομίας της αγοράς), κοινωνικών (άρση κάθε κοινωνικού αποκλεισμού ομάδων, μειονοτήτων, κλπ., με τη συνεχή διεύρυνση της συμμετοχής ολοένα και περισσότερων ανθρώπων στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων) και οικονομικών (όξυνση του ανταγωνισμού τόσο στις εσωτερικές όσο και στις διεθνείς αγορές, απελευθέρωση όλων των αγορών με ελεύθερη πλέον είσοδο και έξοδο σε αυτές, συνεχής μείωση του κρατικού παρεμβατισμού, άρση των συνθηκών βεβαιότητας και πέρασμα στις συνθήκες αβεβαιότητας όσον αφορά όλα τα οικονομικά μεγέθη, κλπ.) εξελίξεων δεν απευθύνεται απλά στους πολλούς αλλά είναι ανάγκη να κατανοηθεί από όλους.

            Είναι μάλλον δύσκολο – έως και αδύνατο, αφού δεν υπάρχουν καταγραμμένα στοιχεία - να μας διαφωτίσει κάποιος ιστορικός σχετικά με το πότε και το πώς αποφάσισαν οι άνθρωποι να δημιουργήσουν τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες, τις εκούσιες δηλαδή ενώσεις ανθρώπων με στόχο την επίτευξη κάποιου σκοπού. Είναι όμως πολύ εύκολο για τον οποιονδήποτε να φανταστεί τις αιτίες που προκάλεσαν αυτή την επιλογή. Σίγουρα, μια από τις πλέον σημαντικές θα ήταν η όσο το δυνατόν ευκολότερη και καλύτερη κάλυψη των αναγκών τους, βασικών και μη. Ή αλλιώς, σύμφωνα με την οικονομική ορολογία, η όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος.

            Το οικονομικό πρόβλημα (που αντιμετώπιζαν, αντιμετωπίζουν και θα αντιμετωπίζουν, σε διαφορετική έκταση ίσως, αλλά πάντως όλοι οι άνθρωποι και όλες οι κοινωνίες) συνίσταται στην προσπάθεια ικανοποίησης των απεριόριστων αναγκών που έχουν είτε οι άνθρωποι (μικροοικονομική θεώρηση) είτε οι κοινωνίες (μακροοικονομική θεώρηση) με τα περιορισμένα μέσα που διαθέτουν. Στα πλαίσια της προσπάθειας επίλυσης αυτού του κατ’ ουσίαν άλυτου οικονομικού προβλήματος, έχει καθοριστική σημασία η χρησιμότητα της μελέτης της Οικονομικής Επιστήμης. Και αυτό γιατί είναι απαραίτητη η όσο το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση αυτών των, ούτως ή άλλως περιορισμένων, μέσων ή, σύμφωνα με την κατάλληλη οικονομική ορολογία, είναι απαραίτητη η μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας στη χρήση αυτών των περιορισμένων μέσων.

            Η έννοια της αποτελεσματικότητας είναι μια από τις βασικές έννοιες της Οικονομικής Επιστήμης. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι αποτελεί ακόμα και την αιτία ύπαρξης της Οικονομικής Επιστήμης, ενώ η βελτίωση της αποτελεσματικότητας στη χρήση κάποιου μέσου σε κάποιον τομέα ή δραστηριότητα είναι ο κύριος στόχος της. Η βελτίωση της αποτελεσματικότητας είναι όχι απλά ένας σημαντικός στόχος για κάθε οικονομολόγο αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε τελική ανάλυση είναι το αποκλειστικό αντικείμενο του έργου του, αφού όλες του οι ενέργειες αποσκοπούν στην επίτευξη αυτού του στόχου. 

            Ο όρος της «αποτελεσματικότητας» είναι μια γενική έννοια στην οικονομική επιστήμη, η οποία αναφέρεται στη σχέση που υπάρχει μεταξύ κάποιου αποτελέσματος και του μέσου που αφιερώθηκε για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος. Εκφράζεται, δηλαδή, από το λόγο του «αποτελέσματος» ως προς το αντίστοιχο «μέσο» (ή τα μέσα). Είναι λοιπόν μια έννοια με σχετική ερμηνεία και όχι απόλυτη, αφού το εκάστοτε αποτέλεσμα του λόγου αυτού μπορεί μόνο να συγκριθεί με ένα αντίστοιχο που αναφέρεται σε κάποια άλλη χρονική περίοδο ή κάποιον άλλο κλάδο ή έστω κάποιο συγκεκριμένο στόχο και όχι να αναλυθεί σαν ένας απόλυτος αριθμός.

            Ανάλογα με το συγκεκριμένο «αποτέλεσμα» ή το «μέσο» στο οποίο αναφέρεται έχουμε και το σχετικό είδος της «αποτελεσματικότητας» κάθε φορά. Αν παραδείγματος χάρη το «αποτέλεσμα» στο οποίο αναφερόμαστε είναι το κέρδος (απόδοση) που προκύπτει από μια επιχειρηματική δραστηριότητα, το είδος της «αποτελεσματικότητας» δεν είναι άλλο από την κερδοφορία (αποδοτικότητα) αυτής της δραστηριότητας (ή, σε ανάλογη περίπτωση, του μέσου που αφιερώσαμε για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος). Αν, πάλι, το «αποτέλεσμα» στο οποίο αναφερόμαστε είναι η παραγωγή κάποιου αγαθού (προϊόντος ή υπηρεσίας) το είδος της «αποτελεσματικότητας» δεν είναι άλλο από τη γνωστή μας «παραγωγικότητα». Αντίστοιχα και σε σχέση με το χρησιμοποιούμενο «μέσο» που αφιερώνεται για την επίτευξη του σχετικού κάθε φορά αποτελέσματος, η «αποτελεσματικότητα» (ή τα διάφορα είδη της) μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως παραδείγματος χάρη είναι η «αποτελεσματικότητα» (όπως επίσης η «παραγωγικότητα» ή η «αποδοτικότητα») της εργασίας, η «αποτελεσματικότητα» (όπως επίσης η «παραγωγικότητα» ή η «αποδοτικότητα») του κεφαλαίου, κλπ.

            Όσο περισσότεροι πολίτες κατανοούν, έστω και στοιχειωδώς, τους οικονομικούς όρους και έννοιες, έστω τουλάχιστον την έννοια της «αποτελεσματικότητας», τόσο καλύτερος θα γίνεται ο κόσμος μας γιατί θα σπαταλάει λιγότερα και έτσι θα παράγει περισσότερα καλύπτοντας ολοένα και περισσότερες ανάγκες του. Επιπρόσθετα, ο καθένας μας, ως πολίτης ή ως καταναλωτής, θα είναι σε θέση να κρίνει με γνώμονα και το κριτήριο αυτό τον οποιονδήποτε κάτοχο της οποιασδήποτε υπεύθυνης θέσης ωθώντας τον έτσι σε ολοένα και πιο αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων που διαχειρίζεται. Ο Αριστοτέλης, πατέρας της Οικονομίας τόσο ως όρου όσο και ως επιστήμης, έλεγε ότι η ζωή μας χωρίς οικονομικές γνώσεις και οικονομική νοοτροπία είναι σαν ένα ποτήρι δίχως πάτο: ό,τι και όσο και να ρίξει κανείς από πάνω θα χαθεί δίχως να συγκρατηθεί τίποτα απολύτως! Πόσες και πόσες ιστορίες σπατάλης (μη αποτελεσματικής αξιοποίησης δηλαδή) μπορούμε όλοι μας να διηγηθούμε στην ελληνική οικονομία αλλά και στην προσωπική μας ζωή; Σπατάλη σε ανθρώπους, σε κεφάλαια, σε φύση, σε εργασία, αλλά και σε ψυχική διάθεση και όρεξη για προσφορά;

            Μπορεί να είναι λοιπόν άγνωστο το πότε οι άνθρωποι πήραν την απόφαση να οργανωθούν σε κοινωνίες και να αναπτύξουν μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις αλλά ο κύριος λόγος – αυτός που αφορά την Οικονομική Επιστήμη τουλάχιστον – για τον οποίο οι άνθρωποι προτίμησαν να θυσιάσουν, ως ένα βαθμό έστω, την ατομική τους ελευθερία προκειμένου να ζήσουν σε οργανωμένη κοινωνία (η οποία φυσικά για να μπορέσει να λειτουργήσει είναι αναγκασμένη να θεσπίσει νόμους και κανόνες σωστής λειτουργίας, άρα περιορισμούς και δεσμεύσεις για τα μέλη της) δεν είναι βέβαια άλλος από την κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη επίλυση του οικονομικού τους προβλήματος. Για να έχει, δηλαδή, από οικονομικής άποψης τουλάχιστον, λόγο ύπαρξης μια οργανωμένη κοινωνία (όπως και κάθε επιμέρους θεσμός αυτής της κοινωνίας) θα πρέπει να συμβάλλει στην επίλυση του οικονομικού προβλήματος των επιμέρους ατόμων (οικονομικών μονάδων) που την αποτελούν.

            Θα πρέπει επομένως η οργανωμένη κοινωνία να αποδεικνύει συνεχώς στην πράξη ότι είναι σε θέση να αξιοποιεί καλύτερα τα μέσα που διαθέτουν τα επιμέρους άτομα (οικονομικές μονάδες) που την αποτελούν παράγοντας περισσότερα αγαθά, όχι απλά σε σχέση με το αν τα άτομα αυτά ζούσαν χωριστά (και ανοργάνωτα) μεταξύ τους, αλλά κυρίως, στα πλαίσια και του σημερινού διεθνοποιημένου περιβάλλοντος, σε σχέση με τις αποτελεσματικότερα οργανωμένες κοινωνίες ώστε να τείνει να πλησιάζει όσο μπορεί περισσότερο την ιδεατά άριστη αξιοποίησή τους.

            Όποια λοιπόν και αν είναι η μορφή της οργάνωσης της κοινωνίας ή το πλήθος των οικονομικών μονάδων που την αποτελούν, το βασικό κριτήριο με το οποίο θα πρέπει από οικονομικής άποψης τουλάχιστον να αξιολογηθεί η επιτυχία της είναι ακριβώς το πόσο καλή αξιοποίηση των υφιστάμενων παραγωγικών δυνατοτήτων σε σχέση με την ιδεατά άριστη γίνεται. Και αν το πλήθος των μελών μιας οργανωμένης κοινωνίας (όπως δείχνουν τα φαινόμενα της ανεργίας, υποαπασχόλησης, ετεροαπασχόλησης που παρατηρούμε συνεχώς γύρω μας) δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα ώστε να προσαρμοστεί προς το ιδεατά άριστο – ή έστω είναι εξωγενής από οικονομικής άποψης τουλάχιστον παράγων – η οργάνωση της κοινωνίας πρέπει καθημερινά να κρίνεται και να βελτιώνεται. Και αν αυτή η οργάνωση έχει κριθεί ως προς το γενικότερο οικονομικό σύστημα, το οποίο πια δεν είναι άλλο από το σύστημα της μεικτής οικονομίας της αγοράς (στο οποίο συνυπάρχουν ο ιδιωτικός, ο δημόσιος και ο κοινωνικός τομέας), πρέπει καθημερινά να κρίνεται ως προς τους υπάρχοντες θεσμούς και την αποτελεσματική λειτουργία τους.

            Μπορούμε, έτσι, στο σημείο αυτό να δώσουμε δύο παραδείγματα προτάσεων για αποτελεσματικότερη αξιοποίηση δύο βασικών αγορών του οικονομικού συστήματος, της κεφαλαιαγοράς και της αγοράς εργασίας, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της οικονομικής πραγματικότητας αλλά και της βασικής αρχής που διέπει την Οικονομική Επιστήμη, όπου η κύρια υπόθεση την οποία κάνουμε είναι ότι το κάθε άτομο είναι ορθολογικό και ανά πάσα στιγμή γνωρίζει το συμφέρον του και ενεργεί για να το εξυπηρετήσει.

            Ένας από τους σημαντικότερους θεσμούς, αν όχι ο σημαντικότερος αφού είναι ο αιμοδότης της οικονομικής της ζωής, σε μια οργανωμένη κοινωνία είναι η κεφαλαιαγορά της. Σκοπός της κεφαλαιαγοράς και επομένως βασικό κριτήριο αξιολόγησης της επιτυχούς ή όχι λειτουργίας της είναι το κατά πόσο αξιοποιεί αποτελεσματικά τα διαθέσιμα κεφάλαιά της, την αποταμίευση δηλαδή όπως λέμε στην οικονομική ορολογία (η οποία είναι το τμήμα του εισοδήματος που απομένει μετά την αφαίρεση της κατανάλωσης) της οργανωμένης κοινωνίας χρηματοδοτώντας κατά προτεραιότητα τις πιο παραγωγικές οικονομικές μονάδες της και μάλιστα, όσο αυτό είναι δυνατό, για τα πιο επωφελή για το κοινωνικό σύνολο επενδυτικά σχέδιά τους. Άρα, ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από τη μέχρι τώρα ανάλυση είναι ότι απαραίτητες προϋποθέσεις για μια επιτυχή λειτουργία της κεφαλαιαγοράς είναι η ύπαρξη αφενός μεν μιας άφθονης αποταμίευσης και αφετέρου ενός σωστού και αξιόπιστου μηχανισμού διοχέτευσής της στη χρηματοδότηση παραγωγικών οικονομικών μονάδων και επωφελών για το κοινωνικό σύνολο επενδυτικών σχεδίων.

            Το ελληνικό χρηματοδοτικό σύστημα επί μακρόν βασίστηκε στην καθοδήγηση των κεντρικών αρχών, πράγμα που οδήγησε σε μεγάλη γραφειοκρατία και αναποτελεσματική διαχείριση των πόρων. Βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτέλεσε η κυριαρχία του δημόσιου τομέα τόσο θεσμικά όσο και από πλευράς ελέγχου ενός μεγάλου μεριδίου της αγοράς. Όμως, ο διεθνής ανταγωνισμός οξύνεται στο χρηματοοικονομικό πεδίο και είναι ήδη ιδιαίτερα αισθητός στην Ελλάδα, λόγω της συμμετοχής της στην Ο.Ν.Ε. και του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος που αντικατέστησε τη δραχμή.

            Το άνοιγμα μιας οικονομίας στο διεθνή ανταγωνισμό κάνει ολοφάνερες τις διαρθρωτικές αδυναμίες του παρελθόντος. Η διαδικασία είναι πιο επώδυνη στους κλάδους όπου υπήρχε έντονος προστατευτισμός και δεν εφαρμόζονταν σύγχρονες επιχειρηματικές πρακτικές. Χρέος της κυβέρνησης είναι η έγκαιρη προσαρμογή δημιουργώντας συνθήκες υγιούς εσωτερικού ανταγωνισμού και ενημερώνοντας τους πολίτες. Η χαμηλή αποτελεσματικότητα του τραπεζικού τομέα και η περιορισμένη λειτουργία των κεφαλαιαγορών δεν μπορούν να συνεχιστούν χωρίς συνέπειες. Πολύ περισσότερο που όλα δείχνουν ότι ο εικοστός πρώτος αιώνας ανήκει στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μάλιστα σε όσες είναι έντασης τεχνολογίας και εύκολα προσαρμοζόμενες στις εναλλασσόμενες συνθήκες αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει τη μείωση της ανεργίας από τη μικρομεσαία επιχείρηση. Τη φθηνή χρηματοδότηση αυτών των επιχειρήσεων μόνο ένα αποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να εξασφαλίσει.

            Απόδειξη της χαμηλής παραγωγικότητας του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν το μικρότερο δείκτη χορηγήσεων προς καταθέσεις στη Δυτική Ευρώπη. Είναι γνωστό επίσης το τεράστιο περιθώριο ανάμεσα στα επιτόκια χορηγήσεων και καταθέσεων στην Ελλάδα, όταν σε πολλές χώρες του αναπτυγμένου κόσμου αυτό δεν ξεπερνά το 1 έως 2%.

            Με βάση τα προηγούμενα και δεδομένου ότι η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί και αποτελεί παραφωνία στον ευρωπαϊκό χώρο (π.χ. στην Ισπανία, που συχνά χρησιμοποιούμε σαν παράδειγμα στην Ελλάδα, οι ιδιωτικές τράπεζες κατέχουν το 90% της αγοράς), συνεπάγεται ότι η διαδικασία ιδιωτικοποίησης του τραπεζικού συστήματος με διαφανή τρόπο και σαφείς προδιαγραφές λειτουργίας πάνω σε μια όσο γίνεται πιο ανταγωνιστική βάση είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία καθώς και ότι τα όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα προς αυτή την κατεύθυνση όχι απλά δεν επαρκούν αλλά μόνο σαν ένα δειλό ξεκίνημα μπορούν να χαρακτηριστούν.

            Η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας είναι επίσης ζωτικής σημασίας για το οικονομικό σύστημα, ιδιαίτερα μάλιστα στις μέρες μας που ο άνθρωπος θεωρείται ο σπουδαιότερος παραγωγικός συντελεστής και ο εικοστός πρώτος αιώνας ως ο αιώνας της γνώσης και της πληροφόρησης. Κοινό συμφέρον εργαζομένων και εργοδοτών σε όλες τις επιχειρήσεις μιας χώρας είναι η συνεχής κατάκτηση νέων αγορών για τα παραγόμενα προϊόντα. Η εξυπηρέτηση αυτού του στόχου απαιτεί τη δημιουργία εύκαμπτης αγοράς εργασίας και την άριστη χρήση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού.

            Έχει παρέλθει πια ανεπιστρεπτί η βιομηχανική εποχή όπου η εργασία χαρακτηριζόταν από απλότητα, εύκολη αντικατάσταση και χαμηλό επίπεδο εξειδίκευσης. Στη σύγχρονη εποχή της γνώσης, της υψηλής τεχνολογίας και της πληροφορικής τέτοιου είδους εργασία εκτελείται αποτελεσματικότερα από μηχανές.

Ο σύγχρονος εργαζόμενος χαρακτηρίζεται από τα ολοένα και περισσότερα προσόντα που διαθέτει και γι' αυτό την ολοένα και δυσκολότερη αντικατάστασή του από την επιχείρηση. Μοιραία, ο ρόλος των συνδικάτων περιορίζεται, ενώ αυξάνεται ο ρόλος της ανεξάρτητης διαπραγμάτευσης εργοδότη και εργαζομένου.

            Παράλληλα, η σύνδεση του μισθού με την παραγωγικότητα δεν είναι απλά επιθυμητή αλλά αναγκαία. Στη σημερινή παγκοσμιοποιούμενη οικονομία η προσφορά και ζήτηση εργασίας γίνονται ελαστικότερες και ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα. Ο μόνος τρόπος διατήρησης υψηλού επιπέδου μισθών είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που είναι δυνατή μόνο με συνεχή εκπαίδευση.

 Η κυβέρνηση έχει χρέος να παρέχει καλύτερη παιδεία, συνεχή επιμόρφωση και αυξημένη προστασία στον εργαζόμενο στις δύσκολες μεταβατικές περιόδους μεταξύ διαφορετικών απασχολήσεων. Αυτό το τελευταίο μπορεί να γίνει αποτελεσματικά με την καθιέρωση, παραδείγματος χάρη, κάποιου σχήματος ασφάλισης της ανεργίας. Σίγουρα πάντως είναι ανώφελο να επιμένει στη διατήρηση θέσεων απασχόλησης σε τομείς δραστηριότητας που σύμφωνα με τα αντικειμενικά οικονομικά κριτήρια είναι ξεπερασμένοι από τις οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Με μια τέτοια τακτική, το μόνο που θα επιτύγχανε θα ήταν να αναβάλει για το μέλλον την επίλυση ενός σημερινού προβλήματος της οικονομίας.

            Τα δύο αυτά παραδείγματα μας δείχνουν την ανάγκη της κατανόησης των οικονομικών όρων, εννοιών και προβλημάτων καθώς και της συνεχούς παρακολούθησης των διεθνών οικονομικών εξελίξεων. Όμως, ο κάθε άνθρωπος είναι υποχρεωμένος καθημερινά να λαμβάνει ένα πλήθος οικονομικών αποφάσεων (π.χ. τη σύναψη ενός δανείου, την αγορά ενός περιουσιακού στοιχείου, την τοποθέτηση της αποταμίευσής του, κλπ.) που επηρεάζουν την οικονομική του κατάσταση. Οι αποφάσεις αυτές όμως δεν είναι δυνατό να λαμβάνονται στην τύχη χωρίς κάποια στοιχειώδη ανάλυση της οικονομικής πραγματικότητας και την ανάπτυξη ενός σχετικού σκεπτικού, ιδιαίτερα μάλιστα στη σημερινή εποχή που χαρακτηρίζεται από το γεγονός του τέλους της βεβαιότητας. Πράγματι, σήμερα ζούμε την είσοδο στην εποχή της αβεβαιότητας αναφορικά με όλα τα οικονομικά μεγέθη (όπως είναι π.χ. το επιτόκιο, η συναλλαγματική ισοτιμία, η απασχόληση, ο μισθός, κλπ.) κάτι που κάνει πιο σύνθετη, πιο πολύπλοκη και πιο δύσκολη τη διαδικασία λήψης της οποιασδήποτε οικονομικής απόφασης από τον οποιονδήποτε καλείται να τη λάβει. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη της αβεβαιότητας αυτής καθιστά όχι απλά αποδοτική αλλά και επιτακτική την ανάγκη ενεργούς διαχείρισης τόσο των περιουσιακών στοιχείων όσο και των υποχρεώσεων της κάθε οικονομικής μονάδας. Και αυτό φυσικά μόνο με τις σωστές οικονομικές γνώσεις μπορεί να γίνει.

            Με τις σκέψεις αυτές και με δεδομένο ότι από την αρχαία εποχή είναι γνωστό πώς ελληνικό πρέπει να θεωρούμε ότι είναι αληθινό, θα πρέπει ο Έλληνας πολίτης να αποκτήσει τη δυνατότητα της όσο γίνεται πιο εύκολης, άμεσης και αποτελεσματικής πρόσβασης στις διεθνείς εξελίξεις της Οικονομικής Επιστήμης. Θα ήθελα έτσι να προτρέψω όλους όχι απλά να χρησιμοποιήσουν αλλά να μελετήσουν την κάθε σελίδα αυτού του λεξικού γιατί θα πρέπει η διεθνής οικονομική βιβλιογραφία και αρθρογραφία να γίνει κτήμα του Έλληνα πολίτη. Το λεξικό αυτό είναι το απαραίτητο βοήθημα για τον Έλληνα πολίτη, το οποίο του επιτρέπει αφενός να προστρέχει από μόνος του απευθείας στις πηγές της διεθνούς οικονομικής γνώσης και ενημέρωσης και αφετέρου να μάθει και να κατανοήσει, ανατρέχοντας συνεχώς σε αυτό, ένα μεγάλο πλήθος σύγχρονων οικονομικών όρων και εννοιών.

 

 

 

 

Βασ. Α. Ορφανός

Δρ. Οικονομικών Επιστημών